Archive for the 'Σαλιάρα' Category

Χάρηκα για τη γνωριμία…

December 17th, 2007

(Πηγή photo: www.pages.drexel.edu )

Αγγίζω την τραχιά σου παλάμη και περνάω τα δάχτυλά μου μέσα από τα δικά σου, όπως κάνεις εσύ όταν μου ξεμπλέκεις τα μαλλιά από το αγέρι.

Ένα-ένα τα δάχτυλα κουμπώνουν στη σωστή θέση. Και γλυκά σφίγγουν το δέρμα σου.

Το μάτι μου τυλίγει το αριστερό σου μάγουλο με απίστευτη τρυφερότητα και η λάμψη από το χαμόγελο που μου βγάζεις ζεσταίνει τα βλέμματά μας.

Το κάτω χείλος μου μόλις που ακουμπά το δικό σου επάνω, αφήνοντας ένα ερωτικό αποτύπωμα. Μια μικρή δόση. Ξέφρενης λαιμαργίας και πόθου που ξεχειλίζει από το πρώτο ξημέρωμα που περάσαμε μαζί.

Τότε που τα παράτησες όλα και ήρθες να με βρεις στο κωλονήσι, όπως το λες. Κι αυτό, διότι δεν αντέχεις τη θάλασσα. Ήμουν Σαντορίνη για δουλειά, για επιβίωση, για διάλειμμα και ανασύνταξη των λέξεων μέσα μου.

Κι εσύ θρονιάστηκες μέσα στο πρώτο πλοίο που σάλπαρε ελάχιστες ώρες αργότερα, για να διαπιστώσεις αν όντως είμαι το ξωτικό που σε έκανε να αιστανθείς τόσο ελαφρύς. Ευτυχισμένος κι ερωτευμένος μετά από καιρό, όπως μου είπες.

Κι από τη στιγμή, το απόγευμα της Τετάρτης, που σου έδωσα το σημειωμένο με αστερίσκους και καλλιγραφίες χάρτη, τα κλειδιά του δωματίου κι εκείνο το άγγιγμα το φευγαλέο και κάπως νευρικό, δε χωρίσαμε.

Κι επιστρέψαμε μαζί Αθήνα, σπίτι. Ταξιδέψαμε μέσα στην ομίχλη παρέα. Με τα μπαγκάζια μου φορτωμένα στις μηχανές, με την υπόσχεση και τα όνειρα διαιρεμένα στα δύο μεταφορικά μας μέσα. Με τον ίδιο προορισμό. Και την ίδια γεύση.

Να ρουφήξουμε τη ζωή. Ν’αφεθούμε στη ζωή. Να προσθέσουμε στις ζωές μας.

“Χρόνια μας Πολλά”. Να σε κάνω ευτυχισμένο. Κι εσύ, να είσαι εκεί!

σ’το αfιερώνω…

our hands!!!

Είμαστε σχέση

December 12th, 2007

Σε ρώτησα πώς είναι οι σχέσεις. ‘Οχι τόσο από άγνοια. Μήτε ήθελα να με/μας συγκρίνεις με το πριν… Ήθελα όμως να δω τι έχεις ζήσει, πώς θα το πεις, πώς θα το τιμήσεις ή θα το βρίσεις. Και πόσο πραγματικά μέσα σου αιστάνεσαι καλά με μένα κι εμάς. Πόσο πολύτιμη είμαι για σένα. Εγώ για σένα ξέρω και στο λέω!

Σε ρώτησα αν είσαι έτοιμος για κάτι τόσο σοβαρό.

Πώς τσακωνόσουν και πώς τα έβρισκες με τις προηγούμενες.

Αν εμείς είμαστε περισσότερο καλά από άσχημα.

Αν υπάρχουν πράγματα που μαζί μου τα κάνεις για πρώτη φορά και ποια είναι αυτά.

Αν σε κάνω ευτυχισμένο.

Αν φοβάσαι.

(Πηγή: performingarts.ufl.edu)

Μου είπες πως δεν αισθάνεσαι ανέτοιμος να δεσμευτείς για μια ολόκληρη ζωή. Αρνητικό πρόσημο.

Ότι όλα τα ζευγάρια τσακώνονται κι ότι στο παρελθόν κυρίως συζητούσες για να λύσεις προβλήματα. Όχι εσύ! Η άλλη συζητούσε κι εσύ απλώς κουνούσες το κεφάλι συγκαταβατικά. Ε, και για τα εύκολα, αρκούσε το sex.

Με καθησύχασες λέγοντάς μου ότι είμαστε περισσότερο καλά, παρά άσχημα. Αν ήταν αλλιώς, μάλλον δε θα είμασταν και μαζί.

Ναι, υπάρχουν πολλά πράγματα που μαζί μου τα κάνεις για πρώτη φορά και κυρίως ότι είμαστε 24 ώρες τη μέρα μαζί. Μου ‘πες ότι είμαι η γυναίκα της ζωής σου, η σύντροφός σου και πως δεν έχεις ξαναγαπήσει τόσο μα ούτε κι έχεις υπάρξει τόσο ερωτευμένος.

Με διαβεβαίωσες πως είσαι ευτυχισμένος. Πολύ.

Όσο είμαστε μαζί, δε φοβάσαι τίποτα. Μου είπες. Αλλά φοβάσαι. Μη με χάσεις! Έτσι μου είπες.

Άρα φοβάσαι.

Εξομολόγηση μιας ηλιακής σελήνης

December 12th, 2007

Σ’ευχαριστώ που μου μαγείρεψες. Ξέρω, σε έβαλα να φτιάξεις κάτι αποκλειστικά και μόνο για μένα. Εσύ είχες να φας. Εγώ ήθελα κάτι άλλο. Κι έτσι εσύ το έκανες, για να με ευχαριστήσεις, υποθέτω. Μετά από γκρίνια, μετά από πάμπολλες γκριμάτσες και μια άβολη κατάσταση που φρόντισες να μου γνωστοποιήσεις.

Σ’ευχαριστώ που νοιάζεσαι και κάνεις ό,τι σκέφτεσαι όποτε το σκέφτεσαι για μένα. Θα μπορούσα φυσικά και χωρίς αυτό. Θα μπορούσα φυσικά και χωρίς το φαγητό ΣΟΥ. Τη βγάζω και με ψωμί και τυρί είναι η αλήθεια. Χιλιάδες μέρες της ζωής μου το έχω κάνει. Δε θα λιμοκτονήσω, μα ούτε και θα γκρινιάξω. Και σίγουρα δε θα θεωρήσω ότι χρωστάω κάτι σε κάποιον. Ούτε καν στον εαυτό μου.

Κι αυτή είναι μονάχα η αφορμή.

Δεν ξέρω αν τραβάω το σχοινί. Δεν ξέρω αν μας βάζω ιδέες ή σου δίνω πάτημα. Δε με νοιάζει αυτή τη στγιμή.

Δεν έχεις όμως το δικαίωμα να με κάνεις έτσι. Κι αν με κάνεις τώρα έτσι, που είσαι ερωτευμένος όπως λες, τι θα γίνει μετά; Γιατί με φορτίζεις έτσι, τόσο; Επειδή είχα καιρό να κάνω σοβαρή σχέση; Επειδή έχω υπερβολικά πολλές απαιτήσεις από σένα και τη συμπεριφορά σου; Επειδή σε βλέπω σαν σύντροφο ζωής και σαν τέτοιος θέλω να μου φέρεσαι;

Έσπασε το πρώτο κομμάτι της αλυσίδας.

Ζυγίζω ή τουλάχιστον προσπαθώ. Όταν είναι τόσο νωρίς, δεν θα έπρεπε να είναι μόνο κόκκινα; Είμαστε περισσότερο καλά ή όχι; Γιατί μπαίνουν ως δια μαγείας τόσα εμπόδια;

Ναι, πάει γρήγορα αλλά το σημαντικό είναι ότι πάει από μόνο του. Ότι κανείς μας δεν το βίασε, δεν το έτρεξε, δε μεσολάβησε. Ρολάρει, πάει καλά, πάει σταθερά. Και ξαφνικά χειρόφρενο. Λογική, υπολογισμοί, ανασφάλειες.

Ναι έχω μάθει ή έτσι είμαι να λέω τι έχω, να μιλάω, να παλεύω, να λύνω.

Και ναι, γούσταρα που ήμουν εργένισσα, γκόμενα, ελεύθερη. Γούσταρα που έκανα ό,τι μαλακία εμφανιζόταν μπροστά μου. Και έκανα πολλές. Μέχρι 3 μέρες πριν σε γνωρίσω.

Γουστάρω να έχω χύμα το σπίτι μου. Να βλέπω όποιον θέλω όποτε το θέλω. Να ξενυχτάω, να πίνω, να κραιπαλιάζω, να πηδιέμαι. Γούσταρα να τα φτάνω όλα στα άκρα και να μη με περιορίζω.

Και τώρα…

Τώρα γουστάρω που σε γνώρισα, που έκανα σχέση μαζί σου, που είμαστε μαζί, που σε έχω, που φτιάχνουμε μια ζωή κοινή.

Γουστάρω που μοιράζομαι εμένα με σένα. Που κοιμάμαι δίπλα σου, που κάθομαι δίπλα σου, που μπορώ να αγγίξω το πρόσωπό σου, που μπορώ να ρισκάρω για μας, που υπάρχουμε εμείς.

Γουστάρω που δεν μπορώ να κάνω άλλες μαλακίες. Γιατί δεν τις χρειάζομαι. Γιατί δεν τις αισθάνομαι. Τον περισσότερο καιρό τουλάχιστον.

Αλλά σε έχω μέσα μου. Και όταν ονειρεύομαι, και όταν ψωνίζω, και όταν καθαρίζω, και όταν γδύνομαι, και όταν μιλάω, και όταν κάνω σχέδια! Σε υπολογίζω γαμώτο. Κάθε στιγμή. Και το δείχνω! Γιατί θέλω να αναπνέω μαζί σου και γιατί αισθάνομαι, πως δε θέλω να είμαι μακριά σου, δε θέλω να ζήσω πλέον χωρίς εσένα.

Μου αρέσεις.

(Και δε θέλω λογική σε αυτό)

Πηγή: performingarts.ufl.edu

Ζωή… άναψε!

December 10th, 2007

Το βλέμμα σου στάθηκε μπροστά μου και με ρώτησες: “Τελικά θα μείνουμε μαζί; Θα συγκατοικήσουμε ή θα το αφήσουμε μέχρι να μας ξαναχτυπήσει την πόρτα από μόνο του;”. Μακάρι να ‘ξερα. Άγχος, πίεση. Γιατί όταν συμβαίνει κάτι τόσο όμορφο, πάντα κάποιος τοίχος να είναι έτοιμος να σε συνθλίψει;

Μόνο τελικά στον ύπνο απολαμβάνεις τελείως τη σιωπή και τις εικόνες, χωρίς σφυριά πάνω από το φωτοστέφανό σου; Μόνο όταν πέσεις στα σεντόνια δικαιούσαι να γευτείς εκείνο το κομμάτι του μανιταριού που τρώγεται; Ο ξύπνιος σε δηλητηριάζει πάντοτε; Σου ρίχνει με το σταγονόμετρο την πικρίλα που “πρέπει” να υπάρχει, για να εκτιμήσεις περισσότερο τα πλασματάκια που υφαίνουν τη μοίρα σου;

Δεν ξέρω. Δε θέλω να ξέρω. Δε θέλω να πρέπει να αποφασίσω εγώ!

Εσύ γιατί δεν το κυνηγάς, γιατί δεν το οργανώνεις, γιατί δεν το παίρνεις επάνω σου; Να κρατήσεις εσύ, τούτη τη φορά, το ζάρι. Να το γυρίσεις εσύ και να κάνεις εσύ τα βήματα πάνω στα νταμάκια. Και να διαπιστώσεις ποια είναι στέρεα και ποια παγίδες. Δεν είμαι εδώ. Απουσιάζω.

Άφησέ μου την απόφασή σου πάνω σε ροδοπέταλο γραμμένη. Κι ένα φιλί δίπλα της.

Θέλω γαμώτο. Να ‘ξερες πόσο. Μύριες στιγμές έχει τρυπώσει αυτή η επιθυμία στο φιλμάκι του μυαλού μου. Εσύ-εγώ σε ένα σπίτι, στο δικό μας χώρο, που θα τον κοσμήσουμε από την αρχή με τις ανάγκες και τις νοστιμιές μας, με τα καλούδια και τα αποκτήματά μας. Σε ένα σπίτι, δικό μας, που θα κατακτήσουμε κάθε σπιθαμή, κάθε γωνιά του. Κάνοντας έρωτα, ντύνοντας, βάζοντας, βάφοντας, κρεμώντας.

Όνειρα και πίνακες, στολίδια και αύρες.

Τι να κάνω, δεν ξέρω. Τι θέλει χρόνο, τι θέλει απλώς να το ακούσεις, τι θέλει αποφασιστικότητα, τι θέλει σοφία.

Λογική και συναίσθημα. Ποτέ δεν την συμπάθησα την ορθή σκέψη. Πάντα ήμουν βουτηγμένη στο γκάζι, πάντα ήμουν άνθρωπος των αισθήσεων. Πάντοτε ζούσα στις αντιδράσεις, στο χάσιμο, στην απόλυτη διαίσθηση κι αποπλάνηση του χώρου και του χρόνου. Κι όταν χρειαζόταν έφερνα τις πιο τετράγωνες και γρήγορες λύσεις. Ισορροπία στο χάος και τα άκρα μου.

Αλλά τώρα… Απλώς δεν ξέρω. Και δεν έχω χρόνο. Και η ζωή με πιέζει, τα σχέδιά μου, τα πλάνα μας.

Δε θέλω κεραυνούς. Και δε θέλω μιζέριασμα. Απλώς όσο φυσιολογικά ρέει το αίμα μου, τόσο απλά να γίνει η ανάγκη κίνηση. Ένας στρόβιλος που θα πάρει τα πινέλα, τα λάδια και τον καμβά και θα μεταμορφώσει το σκόρπισμα σε ζωντανή… ζωή. Έτοιμη να τη ζήσουμε. Έτοιμη να την πυρπολήσουμε!

fire

Πηγή: www.afropop.org

Γιατί δε φεύγει ο έρωτας;

December 10th, 2007

Ναι είμαι ερωτευμένη. Και ναι, υπάρχουν στιγμές που με πονά. Αρκετές. Είχα καιρό να αιστανθώ έτσι. Το λαχταρούσα, το πεθυμούσα, το ζήλευα τριγύρω μου και μου το ευχόμουν. Και τώρα που το έχω, είναι φορές που με κάνει αλλόκοτη να φαίνομαι. Παράξενη, μελαγχολική, κυκλοθυμική που εγώ δεν είμαι… πια.

Έχω βάλει τόσο δυνατά Anathema στα αφτιά μου, που νομίζω ότι οι φλέβες μου θα σπάσουν. Έχω προλάβει μέσα σε μια βδομάδα να μυθοποιήσω το δίσκο τους, “Judgement”. Και τώρα, τελείως μοιραία το cd διαβάζει το “One last goodbye”. Ένα τελευταίο αντίο στην κανονική, αποστειρωμένη ζωή. Ίσως.

Το ‘θελα τόσο πολύ να σε έχω. Να σε αποκτήσω. Να σε φροντίσω και να δακρύσω μέσα σου. Το ήθελα να σε κοιτάζω και να γυαλίζει η εικόνα σου, να μου κάνει νάζια το βλέμμα σου και να γίνεσαι τόσο όμορφος κάθε φορά που σου λέω…

Γιατί δε δέχεσαι την παράνοια με την οποία έχει χρωματίσει το ουράνιο τόξο την ψυχή μου; Όσο εγώ προσπαθώ να ρουφήξω κάθε ζωντανό σου όνειρο, τόσο εσύ προσπαθείς να μου δείξεις ότι μπορείς και χωρίς εμένα. Έτσι. Απλώς. Για να είσαι cool. Συμβατός με το παρελθόν ίσως. Ενώ εγώ, έχω σπάσει κάθε καθρέφτη του πριν. Έχω ανατρέψει όση ζωή, όσο τσαμπουκά κι όλα τα εφήμερα του παρελθόντος μου.

Μου είχες πει πως… δε θα ξανακοιμηθούμε χώρια, μαλωμένοι, μακριά, ανέγγιχτοι. Ότι δε θα άφηνες οποιονδήποτε εφιάλτη του ξύπνιου να χωρίσει τα σώματά μας. Πως πάντα θα με αγκάλιαζες ελάχιστα καρέ πριν κλείσεις τα μάτια για ταξίδι βελούδινο. Κι απόψε δεν το ‘κανες.

Και με κάνεις να επισκέπτομαι σκοτεινές ομπρέλες της φαντασίας μου. Να κοιμηθώ μόνη; Να φύγω; Να τρέξω; Να αποκοπώ; Να σπάσω τη μορφή σου;

Να ξεριζώσω τον έρωτα; Εσύ πότε ερωτεύτηκες τελευταία φορά; Και πόσο σε πόνεσε; Όχι όταν χώρισες. Όταν ήσουν καλά!!!

Τι να πιστέψω; Δε θέλω μαγείες και υποσχέσεις. Δε θέλω κρυφτό κι ασφάλεια. Θέλω ένα μπουκάλι γυμνό. Θέλω έναν έρωτα με αρχή. Θέλω να με αγγίξεις και το χέρι σου να μην κουνηθεί ούτε εκατοστό. Θέλω να μου πεις τι ξέρεις, όχι τι φοβάσαι. Γιατί κι εγώ φοβάμαι.

Αλλά ενώ εσύ δείχνεις πως μπορείς, πως ξέρεις να είσαι άντρας, τελικά εσύ φοβάσαι περισσότερο. Θες να μείνεις μόνος; Και τότε ποιος θα γράψει για σένα;

mermaid

Πηγή: galerieslunamoon.free.fr

Αποχρώσεις του μαύρου ή Η αγάπη είναι τόπι

December 7th, 2007

Κάποιος να μου λύσει την απορία. Η αγάπη είναι τόπι; Δεν περίμενα ποτέ από τον εαυτό μου ότι θα καθόμουν να έγραφα για την αγάπη. Είτε ότι θα χρησιμοποιούσα αυτή τη λέξη. Ή ότι θα κόλλαγα τόσο πολύ σε ερωτήματα που σχετίζονται με αυτή.

Κι όμως συνέβη. Άλλο ένα από εκείνα τα πράγματα που δεν προγραμματίζεις και γι’αυτό ακριβώς είναι πιο γλυκά αλλά και πιο επώδυνα όταν συμβαίνουν.

Λοιπόν, ερωτώ: η αγάπη είναι τόπι; Όταν το πάρεις πρέπει να το δώσεις πίσω στον ιδιοκτήτη του; Οφείλεις να το πετάξεις κι εσύ με φόρα, για να δείξεις ότι… παίζεις; Καλό είναι να το στροβιλίσεις και λίγο, για να δώσεις ένα προσωπικό ύφος στην πάσα; Όσο πιο ψηλά το πετάξεις, τόσο πιο όμορφα θα νιώσεις; Θα δεις να φτάνει η μπάλα στη γη μετά από περισσότερη ώρα, όπως ακριβώς πιο πολύ διαρκεί και μια καλή σχέση;

Και τι γίνεται με αυτούς που μπαίνουν στη μέση και προσπαθούν να κλέψουν τις πάσες; Προσπαθούν να σπάσουν την αλυσίδα, την κίνηση, τη συνοχή; Ή τι γίνεται όταν ένας από τους δύο παίκτες δε βάλει αρκετή δύναμη ή υπερβεί τα όρια και η μπάλα είτε δε φτάσει μέχρι τον παραλήπτη είτε πετάξει πολύ μακριά του;

Έτσι δεν είναι και η αγάπη; Αν κάνεις λιγότερα, η καρδιά της χτυπά πιο αδύναμα, ενώ αν την πνίξεις την αποπροσανατολίζεις κι εκείνη επιταχύνει επικίνδυνα για να προλάβει τους παλμούς.

Αποχρώσεις του μαύρου και του κόκκινου στην ίδια συσκευασία. Όπως το τόπι είναι κομμένο σε λωρίδες με διαφορετικά χρώματα κι αν το γυρίσεις στον αέρα σαν τη σβούρα, τα ενώνει, έτσι και η αγάπη είναι άλλοτε κόκκινη κι ευτυχισμένη κι άλλοτε μαύρη και γεμάτη θλίψη. Κι αν τη δεις από απόσταση, ίσως μπορέσεις να διακρίνεις πως φορά πάντοτε και τα δυο τούτα χρώματα.

Ένα τόπι στρογγυλό, έτοιμο πάντα να παίξει και να χαρεί. Ένα τόπι μαλακό στα χέρια παιδιών και σκληρό στα χέρια κλεφτών. Ένα τόπι σοφό, που μετρά τον αέρα και την αντίσταση, τη δύναμη και τη δυναμική. Ένα τόπι που πάντα προχωρά, τσουλά ή κατρακυλά. Ένα τόπι ελαφρύ σαν πούπουλο που πάντοτε θα σου δώσει αγκαλιά κι ένα τόπι βαρύ σα νερό που μοιάζει άρρωστο και δυσκίνητο.

Ποιος θα το σπρώξει αυτό το τόπι; Ή μήπως θα το κλωτσήσει; Θα το πετάξει ή θα το βάλει μες τα χέρια; Αν περάσεις από μπροστά του, μην το αγνοήσεις πάντως. Παραείναι όμορφο. Και ζωογόνο. Και δελεαστικό. Απλώς ζύγισε την πάσα σου και βεβαιώσου ότι θες να παίξεις μέχρι τέλους…

juggler

Πηγή: www.davdimav.f9.co.uk

Να σου δώσω το όνειρό μου;

December 6th, 2007

Ξύπνησα πριν από λίγο. Νόμιζα ότι θα είχε ξεμουδιάσει το σώμα μου, ότι θα είχαν ξεκοκαλώσει οι αρθρώσεις μου. Πίστευα ότι θα είχε επιρροή η αλλαγή ημέρας. Πέμπτη δεν έχουμε; Δεν έφυγε η Τετάρτη ακόμη; Πέμπτη με γέννησε η μάνα μου. Πέμπτη πήρα ζωή.

Κι όμως, μυρίζεις το ίδιο. Αγγίζεις το ίδιο. Ούτε εσύ άλλαξες. Έμεινες στάσιμος όπως το βάρος της μέρας. Κι εξακολουθείς να με κοιτάς σαν υπνωτισμένος. Δεν ξέρεις τι συμβαίνει; Αφού εσύ το προκάλεσες. “Σ’αγαπώ. Με άκουσες;”. Ναι σε άκουσα. Και; Να γυρίσω τον τροχό μόνη; Δεν προσπαθείς να το απαλύνεις. Δε βλέπεις καν. Τι με κοιτάς, ε; Θα βγάλει η γλώσσα σου χρώματα και με φιλάς ή μήπως θα αναπτύξεις διάφανα φτερά στην πλάτη και μ’αγκαλιάζεις;

Και πως θα σβήσει αυτή η γεύση; Θα την πάρει μαζί του το αεράκι της νύχτας; Ή θα ρίξεις από πάνω τα διορθωτικά βοτάνια;

Πως συμβαίνει να με χαστουκίζεις και να μου χαμογελάς; Πως είναι δυνατόν να με χαρακώνεις και να με αγγίζεις; Πως γίνεται να μου ξεριζώνεις την ευτυχία και να απλώνεις το χέρι; Εγώ τι είμαι τώρα;

Το οξυγόνο δεν περνά μέσα από το τζάμι. Και το φεγγαρόφωτο δε φτάνει μέχρι τη γη. Το πόμολο είναι μακριά και τα κρόσια από το χαλί έχουν τυλιχτεί σφιχτά γύρω από τα πόδια μου.

Όλο το δωμάτιο, κάθε γωνιά και ξεφλούδισμα, κάθε γείσο και αέτωμα, κάθε τρύπα και κενό, κάθεται πάνω στην ψυχή μου. Όπως ο πλαστικός φελός ταπώνει το μπουκάλι.

Είσαι δίπλα μου κι όμως δεν κοιταζόμαστε. Ούτε που ξέρουμε τι κάνουμε. Μήπως να ξανακοιμηθώ;

Να ξαπλώσω και να ανοίξω τα βλέφαρα όταν θα μου χτυπήσει την πόρτα η μέρα; Η κανονική, επόμενη μέρα. Η φωτεινή, γεμάτη Πέμπτη. Η Πέμπτη της ζωής μου.

Αφήνω τα κλειδιά πάνω στο τραπεζάκι, τις σκέψεις μου στο πάτωμα, το νυχτικό μου να πέσει στην κουβέρτα και το δέρμα μου στο μαξιλάρι. Ξύπνα με αύριο. Ανασήκωσε τα μαλλιά μου, φύσηξε μέσα στο στόμα μου και βάψε τον αφαλό μου.

Θες ακόμη να μείνω και να στολίσω τους εφιάλτες σου; Θες ακόμη να ξυπνήσω; Θες ακόμη τη ζωή μου δίπλα στη δική σου;

Ράγισμα

December 6th, 2007

“Trial of Tears” \ Dream Theater

broken glassΠηγή: www.thevinetimes.com

Όλοι οι άλλοι είδαν ότι ήμουν θλιμμένη, εκτός από σένα… και μένα! Το είχα ξεχάσει ότι ήμουν. Κι εσύ… δεν το είδες ποτέ.

Πες μου, η αγάπη αρκεί τελικά; Γιατί κάτι μου λέει πως δεν; Αν σ’αγαπώ και μ’αγαπάς όταν τελειώσουν τα χρήματα θα τραβά στην ανηφόρα; Κι όταν θίξω τον εγωισμό σου και σε πληγώσω στα νεύρα μου; Κι όταν σου φωνάξω πάνω στο άγχος μου; Κι όταν σου κόψω τα φτερά και σε κονσερβοποιήσω; Κι όταν σε βαρεθώ;

Πως μπορείς να αγαπήσεις όλες μου τις στιγμές; Δεν μπορείς.

Εκείνο που μπορείς να κάνεις είναι να πιστέψεις και να είσαι πιο δυνατός. Να είμαστε πιο δυνατοί από την καθημερινότητα κι από τις ζωές μας.

Πως γίνεται να είναι τόσο εύκολο να βάλουμε τρικλοποδιά στον εαυτό μας; Να ραΐζουμε τα δάκρυά μας;

Είπαμε πως θέλουμε, πως συμφωνούμε να κάνουμε κάτι από κοινού. Δυο μέρες πριν μου λες να το ξεκινήσουμε από Δευτέρα. Και μόλις χτες μου ανακοινώνεις  σα λαβωμένος, πως δεν είσαι και τόσο σίγουρος ότι πρέπει να το κάνουμε τώρα αυτό. Μου διαμηνύεις ότι ίσως να πρέπει να περιμένουμε, να επιβραδύνουμε.

Πως γίνεται όταν μια σχέση πηγαίνει με 150 χλμ/ώρα, ξάφνου να την γειώσεις, να της τραβήξεις το χειρόφρενο και να την πας στα 50 χλμ/ώρα; Και να μην σπάσουν, να μην αποκολληθούν κομμάτια της; Όπως σ’ένα αυτοκίνητο. Το παρμπρίζ, η μάσκα, το φτερό. Η ενότητα, η εμπιστοσύνη, ο ενθουσιασμός;

Μία σχέση μπορεί να χαράξει από μόνη της πορεία; Να επιβάλλει από μόνη της το ρυθμό; Να απαιτήσει το μέλλον; Πιστεύω πως ναι. Και τι γίνεται όταν οι ένοικοι ξυπνήσουν και δουν ότι η σχέση έχει μπει στον αυτόματο πιλότο κι αρχίσουν να θέλουν να βάλουν κι αυτοί το χεράκι τους; Να τη στρογγυλοποιήσουν, να την επιβραδύνουν, να την εκλογικεύσουν, να την κάνουν  συμβατική, κοινή; Όπως κάνει ο υπόλοιπος κόσμος;

Τη δένουν σε χίλιους πασάλους!

Την κάνουν μωσαϊκό. Τη ραγίζουν, της αρπάζουν τα κρυσταλλάκια, τα χρωματίζουν, τα αναρτούν σε νέο σχήμα κι αφήνουν το φως να της δώσει εκ νέου ζωή. Αμ δε!

Με ρώτησες εμένα αν από τρίγωνο θέλω να γίνω ρόμβος;

Αν από μπλε θέλω να γίνω πράσινο;

Αν από roller coaster θέλω να γίνω τρενάκι;

Αν από ένα θέλω να ξαναγίνω δύο;

Αν φοβάμαι;

broken
Πηγή: www.jacksonglass.co.uk

Το φιλμάκι

December 2nd, 2007

+

Σ’αρέσει να σε κυνηγάνε; Σ’αρέσει να σε παρακαλάνε; Να σε πιέζουν να μείνεις; Να σε πιάνουν από το χέρι και να σε γυρίζουν πίσω; Σ’αρέσουν αυτές οι υπερβολές; Οι θεατρικότητες; Σου αρέσει να το παίζεις γυναίκα; Να κάνεις παιχνίδια;

Γιατί το ‘κανες αυτό απόψε; Ήμασταν τόσο καλά και ξαφνικά σου τη βάρεσε. Σε τσίμπησε η μύγα και άρχισες τα δικά σου. Είναι έξω από τη σφαίρα της λογικής αυτό το πράγμα. Δεν μπορώ να το δέχομαι κάθε φορά που θα συμβαίνει, ούτε έχω μάθει να κυνηγάω. Αν μου συνέβαινε με άλλη αυτό το πράγμα, θα έφευγα αν ήμουνα σπίτι της και θα της ζητούσα να την κάνει αν ήμασταν σε μένα.

Σ’αγαπάω πάρα πολύ γι’αυτό κι ανέχομαι την παράνοιά σου, όπως τη λες εσύ. Πρέπει όμως να βρούμε έναν τρόπο να διαχειριζόμαστε τις κρίσεις μας. Τις δικές σου και τις δικές μου. Διότι δε θα είναι κάθε φορά εύκολα. Θα έρθουν στιγμές που δε θα με αντέχεις και δε θα μπορώ να τα βγάλω πέρα μαζί σου. Είναι μέσα στο παιχνίδι της σχέσης αυτό.

Γουστάρεις να μη σε πρήζουν; Να μη σου παραπονιούνται; Να σ’αφήνουν στην ησυχία σου και να μην αναλύουν τα πάντα; Να μη δίνουν και πολύ σημασία σε ό,τι συμβαίνει και να μη δίνουν συνέχεια, αν τυχόν σου ξεφύγει κάτι στα νεύρα ή στον ύπνο σου;

Δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που σε ρωτάω ένα πράγμα το οποίο δε θες να μου απαντήσεις, εγώ απλώς να προχωράω παρακάτω. Ούτε γίνεται, όταν διαφωνούμε τελείως, να μου λες ότι θα γίνει το δικό μου, έτσι απλά. Δε θέλω να γίνει το δικό μου ή τουλάχιστον δε θέλω να γίνει απλώς και μόνο για να “μην το κουράζουμε”.

Όταν θα πάψω να σου παραπονιέμαι, τότε να ανησυχήσεις. Όταν θα σταματήσουν να με ενοχλούν η αδιαφορία και η ώρες-ώρες χοντρόπετση φύση σου, τότε να σου χτυπήσουν καμπανάκια. Το “κάνε ό,τι θες” και το “δεν υπάρχει λόγος να το αναλύσουμε τώρα αυτό”, είναι τελείως περιττά και δε βοηθάνε στο να μάθουμε ο ένας τον άλλο. Απλώς κλείνεις πόρτες έτσι. Μάθε να μου μιλάς. Να μου λες τι θες, πώς νιώθεις, τι σε ενοχλεί. Και μάθε να ακούς αντί να “κλωτσάς” όποτε ο άλλος σε βάζει απέναντι για να σου μιλήσει σοβαρά. Απλώς αναβάλλεις.

Θες λοιπόν να χωρίσουμε; Θες να τα αφήσουμε όλα και να γυρίσει καθένας στη μουσική του; Θες να σταματήσουμε το χρόνο, να παγώσουμε όσα είπαμε ότι θα κάνουμε και να πάμε στο πριν;

Ή είμαστε ακόμη μαζί, προχωράμε και αντέχει ο ένας τον άλλο;

Το ξέρω ότι αναμοχλεύω τώρα τη σκόνη στη σοφίτα κι ότι προφανώς έχω ανάγκη να τα πω. Αλλά είσαι στο + και είμαι στο – και θέλω να βρεθούμε κάπου στο Ο. Μέσα στο Ο. Όπως κάνουμε πάντοτε.

Μου λείπεις…

November 27th, 2007

Πρώτη φορά μετά από μέρες που είμαστε χώρια. Εσύ σπίτι σου, εγώ στο δικό μου. Εσύ στο χώρο σου, με το λιτό γραφείο σου με τις δύο οθόνες, τον καναπέ που γίνεται κρεβάτι, την τεράστια τηλεόραση, τους γυμνούς τοίχους, το μικρό μπάνιο, τα παπούτσια πεταμένα πίσω από την εξώπορτα, την ντουλάπα που είναι λες και πέρασαν 10 μάγισσες από μέσα της.

Κι εγώ πάλι, σπίτι μου. Με τη γραφειάρα που έχει πάνω της άπειρα κεριά, μουσική και το γομάρι pc μου, με το χύμα αρτιστίκ σαλόνι που έχει πλάσματα στερεωμένα στο ταβάνι, με το χολ που αντί για τραπέζι έχει ριγμένο ένα τεράστιο ψυγείο στα πλάγια, με το μεγάλο μπάνιο, με την κρεβατοκάμαρα και το υπέρδιπλο στρώμα πάνω στο χαλί, που είναι σκεπασμένο από μπλε μαξιλάρια.

Και τις μυρωδιές μας… 

Σου λείπω; Μου λείπεις.

Πολύ.

Είμαστε χώρια κάτι ώρες τώρα. Με πήρες τηλέφωνο για πολύ λίγο. Ήταν αλλόκοτη η αίσθηση. Ξέρω τι γκριμάτσες κάνεις, πώς χαμογελάς,  πώς μαζεύεις τα χείλια σου όταν σκέφτεσαι και πώς σκεπάζουν τα μάτια σου όταν μου κάνεις νάζια. Κι έτσι, απέμεινα να σε ακούω και να ξέρω ακριβώς πώς είσαι! Χάζεψα.

Είμασταν μαζί κάθε μέρα και τώρα που είσαι στο ακουστικό, είσαι μπροστά μου και πάλι. Σου έλειψα καθόλου;

Φοράς ακόμη το μαύρο τζιν, το μπουφάν της μηχανής, τις μπότες. Πρόλαβες να βγάλεις μονάχα τα γάντια και με πήρες.

Άντε. Πήγαινε να αλλάξεις. Φόρεσε πάνω από το μπόξερ τη ζεστή φόρμα σου. Βάλε μια φρέσκια κοντομάνικη φανέλα κι ένα ελαφρύ φούτερ. Άναψε το κλιματιστικό στο 26, φέρε την τεράστια κατάμαυρη καρέκλα προς τα μέσα, παίξε με το ποντίκι και τσέκαρε τα mail σου.

Μετά από 3 λεπτά, πήγαινε στην κουζίνα, πάτα τον διακόπτη και πλησίασε το ψυγείο. Βγάλε το σοκολατούχο κι αναζήτησε σαν υπνωτισμένος τα κρουασανάκια. Όλη τη σαβούρα μαζεμένη…

Πήγαινε στο σαλόνι και βάλε τηλεόραση. Και μετά από το επιβεβλημένο απογευματινό ζαπάρισμα, βάλε μουσική.

Μάλλον Bruce Dickinson θα ακούς. Πάλι.

Ναι, ξέρω τι κάνεις.

ΜΕ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ!

Μου λείπεις γαμώτο

« Prev - Next »