Archive for December, 2007

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!! ανήσυχοι bloggers

December 31st, 2007

(Πηγή εικόνας: www.e-cards.com)

Μια χρονιά

καλαίσθητη

υγιή

ερωτική

τυχερή

πολύχρωμη

ανθρώπινη

ΟΝΕΙΡΙΚΗ

εύχομαι σε όλους μας!!!

(Πάλι 7 μου βγήκανε τα points. Μήπως να αρχίσω να ανησυχώ; Πόσες ζωές έχει η γάτα είπαμε; Άσχετο)

dsc00774_a.jpg

Πάω να κολυμπήσω μέσα στα αστέρια… Κάντε χώρο, έρχομαι!

2008 φτου και βγαίνω!

December 27th, 2007

Τα τελευταία χρόνια κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς που βρίσκομαι στο σπίτι των γονιών μου για το “ρεβεγιόν” όπως εμείς το κάνουμε, υποδύομαι έναν σταθερό ρόλο. Μόλις ο δείκτης πάει στο 1 λεπτό πριν τα μεσάνυχτα και την αλλαγή, κατεβάζω το γενικό, βγαίνω έξω και χτυπώντας την εξώπορτα συμβαίνει ο εξής διάλογος: “Ποιος είναι;” – Ο καινούργιος χρόνος!!!

Φέτος θα υποδυθώ το 2008 που έ-έ-έρχεται. Φορώντας ένα μαύρο φόρεμα, κεντημένο καλσόν και τα δερμάτινα τακούνια μου, θα γίνω ο νέος χρόνος!

Ας παίξουμε λοιπόν με ιντερνετικούς φίλους για πρώτη χρονιά. Το 2007 φεύγει. Για αραδιάστε παρακαλώ 7 + 1 -έτσι με βόλεψε!- συμβάντα αυτού του χρόνου που κάπως σας επηρέασαν.

Ε, να παίξω κι εγώ, ναι;

` Αφού έφαγα ένα χοντρό χαστούκι με την υγεία μου πέρσι το Νοέμβρη, άρχισα να την παίρνω σοβαρά. Και μέσα στο 2007 με πρόσεξα λιγάκι παραπάνω. Όταν το θυμόμουν : )

@ Αποφάσισα να αλλάξω επάγγελμα. Έστω και προσωρινά. Έστω, να πειραματιστώ. Μη με πιέζεις!

$ Έγινα τυχοδιώκτρια! Τα παράτησα ΌΛΑ και πήγα στη Σαντορίνη για 5-6 ολόκληρους μήνες. Μόνη πραμάτεια, το μηχανάκι μου.

^ Ήπια πολύ. Και για οικονομία χώρου αλλά όχι αισθήσεων… πήδηξα πολύ! Α, και έχασα και κάποια κιλά!!!

* Έκανα φίλους από όλο τον πλανήτη! Εντάξει, γνωστούς είναι η σωστή λέξη. Κι όμως, έκανα και μια καλή φίλη από τον Καναδά! Κι από κει: Αυστραλία, Βραζιλία, Αργεντινή, Ισπανία. Δεν ξέρω τώρα αν και τι ξεχνάω.

) Γνώρισα κάποιον από τον Καναδά, ο οποίος αν και ο λάθος άνθρωπος στη σωστή στιγμή, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι είμαι έτοιμη… για σχέση!

Μετακόμισα… μόλις! Και μετά από 10 χρονάκια άφησα τα Εξάρχεια. f *

+ Γνώρισα ΕΣΕΝΑ!

Προσκαλώ να αφήσουν τον παλιό τον χρόνο να φύγει, τους:

trelofantasmeni, tzonakos, malina, penthesileia, melomenos, trelli, lexx, magica

Ποιος έκλεψε τα Χριστούγεννα;

December 27th, 2007

“Δύο ευρώ τα έξι κάστανα”…

Ποιος σου έδωσε εσένα το δικαίωμα να μου γαμήσεις τις γιορτές; Ε;;;

Το Σάββατο πήγα Σύνταγμα. Είχα οργανώσει ένα τόσο τρυφερό Σαββατοκύριακο και ήμουνα και τόσο σίγουρη για τον εαυτό μου ότι δε θα το μου το χαλάσει κανείς. Μα κανείς όμως!

Δεν θα το φανταζόμουν ποτέ ότι κάποιος θα κατάφερνε να κλέψει το πνεύμα των Χριστουγέννων από το κέντρο της Αθήνας. Πήγα Σύνταγμα κι απλώς αιστάνθηκα σαν αερικό που στροβιλίζεται στην απαλή δίνη που δημιουργεί το αεράκι χωρίς να αγγίζει τίποτα γύρω του. Τόσο χλιαρά πράγματα. Η φάση εδώ ήταν μονάχα για παιδιά.

Καημένα πόνι παρκαρισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, φορτωμένα με του κόσμου τις μαλακίες κουδουνάκια και αλλοδαπούς να τα έχουν νοικιάσει, προφανώς, για να τη βγάλουν και σήμερα. Τι θα γινόταν αν έτσι, για αλλαγή, τα πόνι νοίκιαζαν τους ανθρώπους και τους περνούσαν κουδουνάκια για να μην τους χάνουν;

dsc00729.jpg

Και παραδίπλα, το εντυπωσιακό carousel με την εκπληκτικά όμορφη περιβολή. Εκατοντάδες άνθρωποι στημένοι σε δυάδες, η μία πίσω από την άλλη, να περιμένουν τη σειρά τους. Άλλα αλογάκια εδώ. Μόνο που αυτά είναι καλπάζοντα, ψεύτικα, ρομαντικά χρωματισμένα και στολισμένα. Χωρίς κουδουνάκια και μιλιά. Ευτυχώς γι’αυτά.

dsc00726.jpg

Είδα κι έναν τύπο στην Ερμού, με ένα χαζόφιδο ζαλισμένο -ελπίζω δηλαδή ότι ήταν ναρκωμένο!- και περασμένο από το λαιμό του, να ψάχνει πελατεία με την Polaroid πανέτοιμη. Είδα και μίμους, καλλιτέχνες βαμμένους. Άλλοι καθισμένοι μέσα σε χαρτόκουτα παρίσταναν τα ρομπότ βγάζοντας ανάλογους ήχους κι άλλοι με κελεμπίες και χλωμά πρόσωπα υποδυόντουσαν τους μάγους. Χωρίς δώρα όμως. Με χάρτινα ποτηράκια του καφέ τοποθετημένα στο πλακόστρωτο, περιμέναν για δώρο. Και που και που έδιναν το χέρι στους περαστικούς που τους πλησίαζαν για μια φωτογραφία.

dsc00740.jpg

Και την Κυριακή, ήρθε και με αποτέλειωσε ο δήμος Αθηναίων και ο μεσιέ Κακλαμανής (!), με την πλατεία Κοτζιά.

Που πήγε το δέντρο;

Ρε σεις, μα την πέσανε. Κάποιος πέρασε βράδυ από το κέντρο της Αθήνας κι έκλεψε το δέντρο, το πελώριο, εκείνο που ήταν το ψηλότερο της Ευρώπης (πέρσι!!!) και μαζί όλα τα λαμπιόνια και τον σχετικό εξοπλισμό-στολισμό.

Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα κύριε απαυτούλη μου να μου χαλάσετε εμένα τις γιορτές; Και μαζί κι ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο; Γιατί ένα ολάκερο διήμερο περιφερόμουν στο καρακέντρο της πόλης μου, ψάχνοντας για τα ίχνη του δέντρου. Καμιά πευκοβελόνα ρε παιδιά; ΤΙΠΟΤΑ!

Λέτε να πέρασε ο Grinch και να το έστειλε για ανακύκλωση; Μπας και έκανε διάλειμμα ο Santa και κατά λάθος προσγειώθηκε με τον Ρούντολφ αγκαλιά στο αστεράκι, εκεί στην κορυφή, και πάρ’τον κάτω; Κι αυτόν και τον τάρανδο αλλά και το δίμετρο έκτρωμα;

Πάω σπίτι, σας βαρέθηκα. Πάω σπίτι που και δενδράκι έχουμε και φωτάκια και κάλτσα στερεωμένη στο τζάκι! Έτσι. Και θα το σκεφτώ άμα κάνω βόλτα στο κέντρο της Αθήνας την Πρωτοχρονιά! Ακούτε κύριε απαυτούλη μου; Οι γιορτές είναι από τα λίγα πράγματα που ΔΕ ΣΑΣ ΑΝΗΚΟΥΝ!!!

Ουφ, μου ανέβηκε και η πίεση… λέμε τώρα.

Καλά Χριστούγεννα

December 25th, 2007

Δεν είναι θέμα αλκοόλ, θέμα κάβλας είναι! Και γιατί πρέπει να το πω δηλαδή; Δεν το καταλαβαίνω.

Έρχομαι, ξαπλώνω δίπλα σου, τρίβω τα χέρια μου πάνω σου παντού.

Σε “προστάζω” να ξυπνήσεις κι εσύ με ρωτάς κοιμισμένος γιατί! Και σου δείχνω γιατί.

Πιάνω τα δάχτυλά σου και τα οδηγώ πάνω μου. Πάνω στο λαιμό, στις ρώγες μου, στον αφαλό, στους γοφούς, στα μπούτια μου. Κι έπειτα γυρνάω απότομα και σου δίνω τη γραμμή μου…

Τις καμπύλες μου… Τον ιδρωμένο κώλο μου.

Κι εσύ μουγκρίζεις.

Κι όμως το χέρι σου σταματά να σαλεύει.

Γιατί; Σε ρωτώ. Γιατί σταματάς! Γιατί κοιμάμαι, αποκρίνεσαι.

Και την ώρα που σπρώχνω απαξιωτικά το χέρι σου και γυρίζω πλάγια να κοιμηθώ, όσο μπορώ, μου λες: “Έκανα ότι κοιμάμαι. Έπρεπε να το γαμήσεις; Αμάν με το αλκοόλ”!

Πηγή: faerie.monstrous.com

Να μαδήσω το κορμί σου;

December 25th, 2007

Περάσαμε λοιπόν τα πρώτα μας Χριστούγεννα μαζί. Στο σπίτι μας, δηλαδή σπίτι σου γιατί εγώ μετακομίζω είπαμε! Με πολλά χαμόγελα, εξαιρετικό φαγητό, κουβεντούλα γλυκιά κι εμάς που θυμίζαμε “κανονικό ζευγάρι”, ήρθε η 25η Δεκεμβρίου. Σου άφησα το δώρο σου μαζί με μια κάρτα πάνω στο μαξιλάρι. Ώστε όταν πλησίαζε η ώρα και μπαίναμε στο δωμάτιο να έβλεπες πως κι εσένα σε θυμήθηκε ο Άγιος Βασίλης ΜΟΥ!

Και τώρα… κάτι ώρες μετά κοιμάσαι. Για την ακρίβεια ροχαλίζεις. Δεν έχουμε κάνει έρωτα εδώ και 3 μέρες. Να ανησυχήσω; Να μου πεις, άλλες κι άλλες γκρινιάζουν μα εκείνες έχουν να αιστανθούν το είναι τους να εκτινάσσεται εβδομάδες, μήνες! Ε και; Τρεις μέρες είναι τρεις μέρες. Από κει που ήμασταν μες την τρελή χαρά, την έντονη σεξουαλική ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ζωή και το φλερτ, βρεθήκαμε να κοιμόμαστε δίπλα-δίπλα σα σχέση ετών. Που δεν ήμαστε!

Να σου πω αγοράκι, με γουστάρεις ή όχι; Από τη μέρα που μπήκα στο τριπάκι της μετακόμισης, είναι σα να έχει χτυπήσει εσένα η εξουθένωση. Ωχ αμάν…

Σε ρώτησα αν θες να κάνουμε κάτι ιδιαίτερο την Πρωτοχρονιά. Για να λάβω την πολύ κλασική, πλέον, απάντηση πως προτιμάς να είμαστε οι δυο μας. ΜΕΣΑ! Και πότε ακριβώς θα δω εγώ το φως το αληθινό; Το φως του φεγγαριού; Ή μήπως να βγω, να κάνω τον γύρο του τετραγώνου σα σκυλί που ψάχνει το κατάλληλο θαμνάκι και μετά… βουρ μέσα; Θέλω να βγούμε! Να πάμε κάπου ιδιαίτερα, όμορφα, να πιούμε, να μεθύσουμε, να αερίσουμε τα συναισθήματά μας. Θέλω να με διεκδικήσεις!
Σκέφτομαι… κι αν σχεδιάσω ένα ξεχωριστό δείπνο μέσα; Άντε, να σε κρατήσω εσώκλειστο, μην σε κλέψουν. Ένα δείπνο σπίτι. Με δεκάδες κεριά αναμμένα στο πάτωμα, με πέπλα σε διάφορα σημεία του δωματίου να θυμίζουν θεατρικό σκηνικό, με ένα πανέμορφα στρωμένο τραπέζι και λιχουδιές που να θυμίζουν διακοπές, καλοπέραση, έρωτα!

Πρωτοχρονιά, δυνατές ευχές και τα δάχτυλά μου να μην ξεκολλάνε από πάνω σου. Εντάξει, κι αυτό μου κάνει. Θα μου κάτσεις όμως; Τι κάνω, πλάκα; Υπερβάλλω; Μπορεί! Ερωτευμένη είμαι, γιατί να αποφύγω να σε χτυπήσω με τη γλώσσα μου;

Όχι δεν έρχομαι μέσα. Θα μείνω στο γραφείο. Να τελειώσω το κείμενό μου, να παίξω, να αρπάξω την τελευταία γουλιά.

Αν με θες, έλα εσύ!

Έλα να με πάρεις.

Έλα να με τραβήξεις.

Έλα να με αποκτήσεις, να με αποπλανήσεις. Γουστάρω

Πηγή: www.lacoctelera.com

Παρτιτούρες

December 24th, 2007

Ο θλιμμένος Αρλεκίνος είχε την ιδέα να γράψουμε ένα κείμενο/ποίημα/ιστορία μαζί. Έκανε την αρχή. Έγραψε την πρώτη παράγραφο και θα το συνεχίσουμε το “παιχνίδι” αυτό εναλλάξ. Κάθε φορά θα “ανεβάζω” λοιπόν τη συνέχεια, εδώ. Κι εκείνος, στο δικό του blog.

Αρλεκίνος:

Κοιτάζω έξω απ’ τη τζαμαρία. Γύρω μου τρείς κιθάρες, κρεμασμένες στους τοίχους. Παλίες φωτογραφίες αγνώστων, ως επί το πλείστον, προσώπων με επεξεργάζονται. Μια αιώρα με πολύχρωμες ρίγες κόβει τη μια γωνία του δωματίου απλωμένη. Ένα φυτό στη γλάστρα, βαρέθηκε να περιμένει τον ήλιο, γι’ αυτό το λόγο γύρισε πλευρό και κοιτάζει τη σβηστή τηλεόραση. Οι κιθάρες μπορούν και βλέπουν μέσα από την τρύπα τους, όσο πο χορδές τους δεν πάλλονται. Όταν μια κιθάρα τραγουδά είναι τυφλή. Ίσως το ίδιο να ήμουν κι εγώ, όσο αγναντεύω έξω απ΄τη τζαμαρία το συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο, αλλά με τα χρόνια εμπλουτίζεται η κριτική. Ίσως να νοσταλγώ μια ζωή διαφορετική, έτσι για την αλλαγή, αλλά και απροσδιόριστη ταυτόχρονα. Παρτιτούρες ανοιχτές πάνω στο αναλόγιο, που βρίσκεται μπροστά στο κέντρο της μεσαίας τζαμαρίας, εποπτεύουν το ήσυχο δωμάτιο. Οι νότες σαν τις μέρες ανεβοκατεβαίνουν, μια κοπέλα απ’ την Αργεντινή μου είπε ότι είμαι ακόμη «μωρό». Όμως έχουν ολοκληρωθεί αρκετές σελίδες με νότες στο δικό μου αναλόγιο. Σας μιλάω γι’ αυτό επειδή έτυχε. Οι σκέψεις με φέραν προς τα δω, θέλει όμως δουλειά για την ολοκλήρωση της πρώτης μου συμφωνίας. Χρειάζεται πολλές παραπάνω παρτιτούρες, πόσες μάλλον αν αναλογιστεί κανείς ότι απαιτούνται αρκετά διαφορετικής φύσης όργανα. Οδοντογλυφίδες στο σαλόνι; Τι γυρεύουν κανείς δεν ξέρει. Ξύνω την πλάτη μου και χαμογελάω στις κιθάρες. Με βλέπουν.

demon:

Πλησιάζω δειλά το πρώτο δημιούργημα. Βάζω το δάχτυλο μέσα στην τρύπα, ψαχουλεύοντας, αναζητώντας κάποιο κέρμα. Να το βρω, να το φυλάξω, να το χρησιμοποιήσω στο jukebox. Να παίξω τραγούδια έτοιμα, να χορέψω και να κοιτάξω τα λαμπάκια τα θαμπά μέσα από το πλαστικό το τζάμι. Μπαλάντα ή γρήγορο; Rock ‘n roll ή ποπάκι; Βγάζω το δάχτυλο από την κοιλιά της κιθάρας και το τοποθετώ πάνω στη νότα. Ντο η αρχή, ντο το τέλος. Μια οκτάβα φωνή. Μια ζωή οκτάβα. Άλλοτε προς τα πάνω, άλλοτε προς τα κάτω. Κι όταν φτάσω στο ντο, το ψηλό, φτου κι από την αρχή. Ντο κάτω κι αρχίζω να μετρώ. Ύφεση, δίεση, διπλή δίεση! Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το μετρά η Μουσική.

Αρλεκίνος:

Σκοπός της η δημιουργία, η έκφραση των μοναδικών υποκειμενικών συναισθημάτων που υποβόσκουν μέσα στις φλέβες του δημιουργού, οι νότες μοιάζουν τόσο φτωχές. Απλά διεγείρουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα του ακροατή. Μεταφράζει τις ίδιες νότες, τις ίδιες σειρές, αντιστίξεις και αλλαγές οκτάβας με το δικό του τρόπο. Του δημιουργεί όμως εικόνες, σκέψεις, αγωνίες, ταξίδια, κι αυτό λίγο δεν είναι. Πρόκειται για το σκοπό της εξωτερίκευσης μιας εσωτερικής κατάστασης μέσω της τέχνης της μουσικής. Το θέμα είναι ο ήχος της κάθε νότας, γιατί όλες οι αλληλουχίες και συνδυασμοί έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί. Πολλοί πειραματίστηκαν πάνω στον ήχο και την παραμόρφωσή του. Έφτασαν ίσως σε εκνευριστικό ή γελοίο κατά κάποιους σημείο. Το ίδιο προσπάθησα να κάνω κι εγώ ψαχουλεύοντας μέσα στην τρύπα με το δάχτυλο, ίσα που άγγιζε τον πάτο. Τον γαργαλούσε, και η κιθάρα κοιτούσε, δε γέλασε δευτερόλεπτο. Μέχρι που τοποθέτησα το δάχτυλο πάνω στη νότα. Η κιθάρα άρχισε να μιλάει, ίσως λίγο φάλτσα ανά σημεία. Σημασία είχε ότι δε με έβλεπε κανείς, απλά έπαιζα για τον εαυτό μου. Έχασα το μέτρο, περίεργο, συνεχίζω γρατζουνώντας τις χορδές με μια οδοντογλυφίδα. Ο ήχος της επιθετικός, όπως ο τροχός του οδοντογιατρού. Χαμένος μέσα σε τίτλους από rock ‘n roll ή pop τραγούδια, αναζητώ ένα κέρμα. Αφού δε φτάνουν τα δάχτυλα, έπρεπε να παίξω με την κιθάρα γυρισμένη ανάποδα, για να αποφύγω τα έτοιμα τραγούδια του jukebox, κι ύστερα ανταμείφθηκα για την πράξη μου μ’ ένα μικρό παλιό ισπανικό νόμισμα της μιας πεσέτας. Φυσικά δεν αρκούσε για να παίξει ένα έτοιμο τραγούδι, μπορούσε όμως να γίνει ένα όμορφο φυλακτό, μια νότα παράξενη, παιγμένη με οδοντογλυφίδες. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το μετρά η Μουσική.

demon:

“Είσαι ακόμη μωρό”… γύρισες και μου είπες. Είχα μόλις τελειώσει με τα χορταστικά τορτίγιας και είχα μπουκώσει τα ούλα μου με δυο οδοντογλυφίδες. Και τα δάχτυλά μου τρέχανε πάνω στο τραπεζομάντιλο μετρώντας φθόγγους. Κερασάκι κεντημένο με κλωστούλες και νότα. “Είσαι ακόμη πολύ μωρό”. Επειδή παίζω μουσική με τα μάτια μου; “Επειδή όλη την ώρα με αυτό ασχολείσαι”. Μισό λεπτό να πω στην ψυχή μου να κάνει διάλειμμα, είχα σκεφτεί τότε. Σου έριξα ένα βλέμμα θλιμμένο και συνέχισα την εξερεύνησή μου πάνω στο τραπεζομάντιλο, μέσα στην κιθάρα. Ψηλάφισα το λαιμό μου κι έβγαλα ένα λα. Εντάξει, δουλεύει ακόμη. Ναι, μωρό… μουρμούρισα κοιτάζοντάς σε. Κρίμα που δεν είσαι μέσα στη μουσική. Καληνύχτα τώρα. Πάω να ηχογραφήσω. Σκέψου το: δεν υπάρχει τίποτα που να μην το μετρά η Μουσική. Ακόμη κι εσένα, την ομορφιά κι ανάγκη μου. Κρίμα που σπαταλιέσαι στην αλήθεια. Κρίμα να μην έχεις ήχους μέσα σου. Κρίμα να μην επιβιώνεις όταν κλείνω τα μάτια μου.

Αρλεκίνος:

Κρίμα που δε σε κουβαλάει μέσα της η μουσική, κάθε φορά που παίζει σε ψάχνω μέσα στις μελωδίες, πουθενά εσύ. Μίλα μου, εξήγησέ μου, μη με κατηγορείς που τριγυρίζω σαν φθαρμένη φυσαρμόνικα από δω κι από κει. Βρες μου ένα νόμισμα, κανονικό, να παίξω κάτι έτοιμο, κάνε γρήγορα. Πρέπει να μιλήσουμε κι αυτό γίνεται μόνο όταν παίζει ένα τραγούδι που δεν το πολυξέρω και δεν το πολυγουστάρω. Μη με δοκιμάζεις, με ξέρεις αρκετά για να καταλάβεις ότι οι κιθάρες με παρηγορούν και μου προσφέρουν απλόχερα στοργή. Κουβαλάνε τόσους ήχους μέσα τους, κι όμως εσύ τους βρίσκεις λίγους και περιορισμένους. Μίλα μου για την αλήθεια, αφού τόσο την αποζητάς, αλλά σε παρακαλώ, άσε τη μουσική απ’ έξω, η ψυχή μου δε θα κάνει άλλα διαλείμματα, το αποφάσισα. Απόψε, χάριν αυτής μου της απόφασης, θα ηχογραφήσω ένα θλιμμένο τραγούδι. Δε θα στο δώσω να το ακούσεις, πρέπει να το βρεις μόνη σου, ψάξε, δε σε φοβάμαι πλέον. Αν τυχόν το βρεις, δε θέλω να μου πεις πως σου άρεσε και σε άγγιξε, γιατί πολύ απλά δε θα βρίσκεσαι μέσα του, θέλω να πιστεύω (αν και η θλίψη μου ίσως και να προέρχεται από εσένα). Δε θα υπάρχεις όταν θα το ακούω μετά από χρόνια, γιατί θα έχω κλειστά τα μάτια μου όσο θα παίζει, κι εσύ ήχους μέσα σου δεν κουβαλάς.

demon:

Η μαγεία και η λάμψη του νομίσματος διαρκούν όσο ακούγεται αυτή η εμπορική σαχλαμάρα στο jukebox. Μόλις τρίψεις λιγάκι την άρπα, σαν άλλο λυχνάρι, σκονίζεται, σκουριάζει, θαμπώνει. Μαζί κι εσύ, σαν ερμητικά κλεισμένο τζάμι, θαμπώνεις… Τα λόγια σου, οι κινήσεις σου, το όνειρο που έστελνες να με συντροφέψει κάθε βράδυ, θάμπωσαν κι αυτά. Κι όσο πιο δυνατή είναι η έμπνευσή μου, τόσο εσύ χάνεσαι στην ομίχλη του τίποτα, του όλα. Ε λοιπόν πάρε την αλήθεια σου και ψάρεψε με αυτή. Εγώ όμως δε θα είμαι εδώ, όταν γυρίσεις με το καΐκι από τον ωκεανό της ζωής σου. Προχωρώ σα νότα στο πεντάγραμμο, ανεβαίνω γραμμούλες, σκαρφαλώνω οκτάβες! Ξέρεις κάτι; Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το μετρά η Μουσική. Όμως εσύ είσαι αόρατος στ’αλήθεια. Κι η ψυχή σου δεν έχει κανένα μουσικό βάρος. Γεια λοιπόν και για το νέο χρόνο, ας βρεις κι εσύ το δικό σου κλειδί… Κλείσε τα μάτια τώρα και γείρε πάνω μου. Ένα, δύο, παύση.

 

Μια αναμνηστική φωτογραφία παρακαλώ;

December 24th, 2007

“Ο τηλεφωνικός αριθμός που καλέσατε, δεν είναι διαθέσιμος”…

Το σπίτι μου είναι ολόαδειο. Μαυρισμένοι από το καυσαέριο τοίχοι, κατασκονισμένες γωνίες, χαραγμένα ξύλινα πατώματα, άντυτα ψηλά ταβάνια, κρύα και λευκά.

Μετά από 3 μέρες προετοιμασίας, πρακτικής και ψυχολογικής και άλλες 3 μέρες ουσιαστικής μετακόμισης, το νέο κεφάλαιο πήρε μελάνι.

Όχι ότι το καινούργιο μου σπιτικό είναι πανέτοιμο. Ένα 70% είναι εντάξει. Είναι κατοικίσιμο, απλώς δεν έχουν μπει όλα στη θέση που θέλουν. Αφού αποφάσισα τούτο το μολύβι σε ποια τρύπα θα μπει και προς τα που θα κοιτάζει, οι κατσαρόλες αν θα καθίσουν στον πρώτο ή στον δεύτερο όροφο του ντουλαπιού κι αν το πορτοκαλί χάρτινο φαναράκι μου θα καλύψει τον γλόμπο του γραφείου ή της κουζίνας, τώρα απομένει να τοποθετήσω τα cd κάπου χρήσιμα. Τα διακοσμητικά κάπου σχετικά πρόχειρα και τους πίνακες του παππού κάπου… αόρατα.

Θα γίνει κι αυτό. Δε με βιάζει τώρα. Γιατί προτιμώ να ξεκουραστώ λιγάκι, να αφήσω τις πληγές και την τραχύτητα να εξαφανιστούν και μετά, κεφάτη και καινούργια, να κάνω επιλογές τελικές. Αισθητικές και μαθηματικές.

Τα κλειδιά τα έχω πάντα πάνω μου. Δυο κλειδιά περασμένα από έναν κρίκο στολισμένο με ένα μεταλλικό λουλούδι και μια πράσινη μεγάλη χάντρα. Δώρο των γονιών, φερμένο από τη Ρόδο, κάποτε. Θα τα έχω στη διάθεσή μου μέχρι τις 15 Ιανουαρίου. Τότε λήγει το συμβόλαιο. Τότε λέω κι επισήμως “αντίο”. Σε οτιδήποτε συνέβη εδώ μέσα ή σχετίζεται με την παρουσία μου εδώ.

Στους άντρες μου και τα μεθύσια, στις μουσικές και τις κουβέντες, στα τηλέφωνα και τους καβγάδες, στις καλοκαιρινές νύχτες κάτω από την περικοκλάδα, ανάμεσα στα ζεστά ρεύματα του δρόμου και τις λάμπες που κρέμονται από σχοινιά και καλώδια. Στις βαρετές ταινίες της επανάληψης που άφησα να γεμίσουν το κενό σου, κάποιου…

Στα ξενύχτια που έδωσα στη νύχτα φορώντας απλώς ένα βρακάκι κι ένα τιραντάτο φανελάκι και σουλατσάροντας ξυπόλιτη στο μαρμάρινο δάπεδο του μισού σπιτιού.

Εδώ θα πω λοιπόν “αντίο”.

Πόσο χρεώνεις την ανάμνηση;

Βάλε κάτι, γιορτές είναι…

Πηγή: loneoceans.com

Δεν είμαι καλά

December 20th, 2007

Δεν είμαι καλά. Παραπαίω. Αιστάνομαι έτοιμη να λιποθυμήσω. Να βάλω τα κλάματα. Να αφεθώ στους σπασμούς που ανεβαίνουν όπως ο εμετός, από τα σωθικά προς το λαιμό μου.

Κάθε νεύρο μέσα μου έχει τσιτώσει. Κρυώνω, πονάω ολόκληρη και είμαι εξουθενωμένη. Δύο άνθρωποι για μια μετακόμιση που μοιάζει με παλάτι. Που να χωρέσει το παλάτι μέσα στο καλύβι; Ε;

Έχω μαζέψει 30 χρόνια τώρα τόσους κόκκους και καθρεφτίσματα, ικανά να τρομάξουν και τους πιο ενδελεχώς εξοπλισμένους και ψύχραιμους ρακοσυλλέκτες.

Άπειρα συλλεγμένα αντικείμενα. Από τα πιο ευτελή έως τα πιο περίτεχνα έχουν κι από μια ιστοριούλα πίσω τους. Είμαι αυτό που “δεν πετάει τίποτα!”. Από το ραβασάκι σε εκείνο το μπαράκι κάποιο καλοκαίρι, μέχρι την εξομολόγηση τότε που τρέλανα τον κατά 6 χρόνια μεγαλύτερό μου που πήγαινε και Γ’ Λυκείου… Από το γράμμα ενός πρώην επειδή καταφέραμε και κλείσαμε 9μηνο, έως το απόκομμα από την πανάλαφρη παράσταση των Momix στο Ηρώδειο, όλα κρατημένα σε κουτιά, τσαντάκια και βάζα. Γυάλινες στρόγγυλες θήκες γεμάτες ξύσματα, λογής φωτογραφίες ακόμη κι από πρόσωπα που πέρναγαν τυχαία, βόλοι με δίχρωμα κύματα μέσα τους και σημειώσεις που ξεμακραίνουν λογικής, φιγουράρουν σε κάθε μου συρτάρι. Παλιό και καινούργιο.

Τι έχω μαζέψει θεέ μου… Ό,τι έχει περάσει από τη ζωή και τη ματιά μου, έχει μπει κι έχει βρει τη θέση του σπίτι μου.

Κι εγώ πονάω, τα χέρια μου είναι πληγωμένα, ξεφλουδισμένα, με κόκκινες πιτσιλιές ξεραμένου αίματος εδώ κι εκεί. Κόμπους τόσο ερεθισμένους, που θαρρείς έπαιζα μποξ κι όχι κουβαλούσα αμέτρητες κούτες από εδώ εκεί κι από κάτω επάνω!

Πολλή η ταλαιπωρία, στο λέω. Γουστάρω με τα χίλια που αλλάζω βάση, που ανακαλύπτω νέες κρυψώνες. Μα η κούραση δεν περιγράφεται. Ακόμη κι αν αξίζει, με “αναγκάζει” να γκρινιάξω τώρα.

Και τώρα, 9 και κάτι ώρες αφότου άρχισα και σήμερα να “δουλεύω” πάνω στο σχέδιο “μετακόμιση πριν τα Χριστούγεννα… πάμε!”, αιστάνομαι σαν κάποιος να μου έκλεψε τις βίδες και το λάδι μαζί! Οι πατούσες μου δε γραπώνουν δάπεδο, οι κλειδώσεις λειτουργούν με το ζόρι, τα δάχτυλά μου χρειάζονται βοήθεια και στο πρόσωπο δεν αιστάνομαι τίποτα. Και σε πολλά άλλα σημεία δε νιώθω τίποτα απολύτως. Ένα ξύλο σφιχτό, άκαμπτο, χωρίς θερμοκρασία.

Και ξαφνικά από εκεί που πονούσα φριχτά σα να έχω υποστεί κρυοπάγημα, τώρα είμαι στην απόλυτη απάθεια. Κι εσύ, αντί να δείξεις απεριόριστη κατανόηση και ανοχή -βασικό!- με ρωτάς γιατί σου φέρομαι άσχημα και επιθετικά! Αν είναι… Βάλε λίγο πίσω το “εγώ” σου και δες τον άλλο, απέναντι, που έχει γίνει κουβαλητής, να του σπάνε τα νεύρα, η ανοσοποιητική άμυνα και κάθε λογική αντίδραση.

Σου ζήτησα να με βοηθήσεις δυο ωρίτσες το πρωί. Πριν καν ξεκινήσεις, μου δήλωσες πως… μετά από αυτό, θα κάνεις να οδηγήσεις τη μηχανή 3 μέρες. Το απόγευμα ξανάρθες σπίτι μου για να με βοηθήσεις εκ νέου. Με το που πέρασες το κατώφλι, μου δήλωσες πως τώρα θα μείνεις μέσα έναν ολόκληρο μήνα. Ποιον τιμωρείς έτσι, νομίζεις;

Μωρό, υπάρχουν στιγμές που πραγματικά πρέπει να βάλεις στη σοφίτα τον εαυτό σου!

Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω ένα χαμάμ, να φάω, να τυλιχτώ με γούνες και χάδια και να προστατέψω λιγάκι τις αντοχές μου.

Αύριο το πρωί, νωρίς, περιμένω τους μεταφορείς. Κι από κει, θα μου πάνε, ελπίζω, τα βαριά έπιπλα στο νέο σπιτικό. Κι από κει… πρέπει τα πάντα να τα βάλω σε μια νέα τάξη. Προσπαθώντας να αποφύγω παλιές παγίδες. Μα να κάνω το σπίτι μου φαρμακείο; Όλα σε κουτάκια με ετικέτες απέξω; Συνεντεύξεις, άρθρα, Internet, πένες, βοτάνια, παιχνίδια dvd…

Αυτό δεν είναι σπίτι που το ζεις.

Αγχώνομαι και πρέπει να χαλαρώσω. Και να το απολαύσω φυσικά. Η συνέχεια αύριο. Να δούμε πώς θα πάει. Όμορφα!

Καλό βράδυ… να με σκέφτεσαι

Countdown

December 19th, 2007

Εξουθενωμένη

Πονάει όλο μου το σώμα. Οι πατούσες μου. Η μέση μου. Το σβέρκο μου. Μέχρι και τα μάτια μου που κοιτάζουν πού πατάνε.

Πεινασμένη

Δε γουργουρίζει ακριβώς το στομάχι μου το άδειο. Το σκέφτεται. Μια θυμάται ότι έχει να φάει από χτες και διαμαρτύρεται και μια απέχει από το υπόλοιπο σώμα και μένει ήρεμο, σιωπηλό.

Νυσταγμένη

Αρκετά. Ή μάλλον δεν είναι ακριβώς νύστα, όσο το ότι στοιβάζεται η κούραση από το πολύ φόρτωμα, κουβάλημα, πάνω-κάτω.

Την Πέμπτη μετακομίζω κι επισήμως λοιπόν. It’s final. Μέχρι τώρα έχω ετοιμάσει ψυχολογικά το σπίτι για να με υποδεχτεί κι έχω μεταφέρει τα πάντα εκεί. Τα πάντα… μικρά. Όσα μπόρεσα να κουβαλήσω με αυτοκίνητο τις 3 τελευταίες μέρες. Όλα τα ψιλολόγια. Απίστευτο χαρτομάνι, σημειώσεις, βιβλία, περιοδικά, cd, ρούχα, παπούτσια, καλλυντικά, πιάτα, φωτογραφίες, κεριά, μπογιές, νεράιδες…

 Κι απομένουν τα έπιπλα, τα μεγάλα, βαριά, τα ογκώδη.

Την Πέμπτη λοιπόν. Τότε θα αράξει μπροστά από το σπίτι μου το φορτηγό. Και θα χωρέσει μέσα ύλη. Μπόλικη ύλη. Που θα γίνει αέρας και θα ταξιδέψει μέχρι το νέο σπίτι. Κι εκεί θα κατακάτσει πάλι, σαν τη σκόνη. Για να πλάσει καινούργια αόρατα τερατάκια, εφιάλτες, πλάσματα, δώρα.

Το μόνο που δεν έχω καταλάβει είναι αν, το καινούργιο μου σπίτι θα επηρεάσει τη νέα χρονιά ή εάν η καινούργια χρονιά φέρνει και το νέο σπιτικό μου!

Χάρηκα για τη γνωριμία…

December 17th, 2007

(Πηγή photo: www.pages.drexel.edu )

Αγγίζω την τραχιά σου παλάμη και περνάω τα δάχτυλά μου μέσα από τα δικά σου, όπως κάνεις εσύ όταν μου ξεμπλέκεις τα μαλλιά από το αγέρι.

Ένα-ένα τα δάχτυλα κουμπώνουν στη σωστή θέση. Και γλυκά σφίγγουν το δέρμα σου.

Το μάτι μου τυλίγει το αριστερό σου μάγουλο με απίστευτη τρυφερότητα και η λάμψη από το χαμόγελο που μου βγάζεις ζεσταίνει τα βλέμματά μας.

Το κάτω χείλος μου μόλις που ακουμπά το δικό σου επάνω, αφήνοντας ένα ερωτικό αποτύπωμα. Μια μικρή δόση. Ξέφρενης λαιμαργίας και πόθου που ξεχειλίζει από το πρώτο ξημέρωμα που περάσαμε μαζί.

Τότε που τα παράτησες όλα και ήρθες να με βρεις στο κωλονήσι, όπως το λες. Κι αυτό, διότι δεν αντέχεις τη θάλασσα. Ήμουν Σαντορίνη για δουλειά, για επιβίωση, για διάλειμμα και ανασύνταξη των λέξεων μέσα μου.

Κι εσύ θρονιάστηκες μέσα στο πρώτο πλοίο που σάλπαρε ελάχιστες ώρες αργότερα, για να διαπιστώσεις αν όντως είμαι το ξωτικό που σε έκανε να αιστανθείς τόσο ελαφρύς. Ευτυχισμένος κι ερωτευμένος μετά από καιρό, όπως μου είπες.

Κι από τη στιγμή, το απόγευμα της Τετάρτης, που σου έδωσα το σημειωμένο με αστερίσκους και καλλιγραφίες χάρτη, τα κλειδιά του δωματίου κι εκείνο το άγγιγμα το φευγαλέο και κάπως νευρικό, δε χωρίσαμε.

Κι επιστρέψαμε μαζί Αθήνα, σπίτι. Ταξιδέψαμε μέσα στην ομίχλη παρέα. Με τα μπαγκάζια μου φορτωμένα στις μηχανές, με την υπόσχεση και τα όνειρα διαιρεμένα στα δύο μεταφορικά μας μέσα. Με τον ίδιο προορισμό. Και την ίδια γεύση.

Να ρουφήξουμε τη ζωή. Ν’αφεθούμε στη ζωή. Να προσθέσουμε στις ζωές μας.

“Χρόνια μας Πολλά”. Να σε κάνω ευτυχισμένο. Κι εσύ, να είσαι εκεί!

σ’το αfιερώνω…

our hands!!!

Next »